Ὁμιλία κ. Κωνσταντίνου Χολέβα, μὲ θέμα

“100 χρόνια ἀπὸ τὴ Συνθήκη τῆς Λωζάνης” 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ

 

Κυριακὴ τῶν Πατέρων

 

«Αὐτά εἶπεν ὁ Ἰησοῦς καί ἐσήκωσε τούς ὀφθαλμούς του εἰς τόν οὐρανόν καί εἶπε.Πάτερ, ἦλθεν ἡ ὥρα, δόξασε τόν Υἱόν σου, διά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ Υἱός σου».

1. «Αὐτός πού ἐφαρμόζει τάς ἐντολάς σου καί τάς διδάσκει», λέγει, «αὐτός θά ὀνομασθῇ μέγας εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5,19). Καί πολύ εὔλογα· διότι τό νά φιλοσοφῇ κανείς μέ λόγια εἶναι εὔκολον, ἐνῷ τό νά παρουσιάζῃ μέ ἔργα αὐτά πού λέγει, εἶναι γνώρισμα ἀνθρώπου γενναίου καί μεγάλου. Διά τοῦτο καί ὁ Χριστός, ὁμιλῶν περί ἀνεξικακίας, ἀναφέρει τόν ἑαυτόν του, προτρέπων ἀπό αὐτόν νά λαμβάνωμεν τά παραδείγματα. Διά τοῦτο καί μετά ἀπό αὐτήν τήν παραίνεσιν, ἔρχεται εἰς τήν προσευχήν, διδάσκων ἡμᾶς κατά τάς δοκιμασίας, ἀφήνοντες κατά μέρος ὅλα, νά καταφεύγωμεν εἰς τόν Θεόν. Ἐπειδή δηλαδή εἶπεν, «Εἰς τόν κόσμον θά ἔχετε θλῖψιν» (Ἰω. 16,33), καί ἐνέβαλεν ἀνησυχίαν εἰς τάς ψυχάς των, μέ τήν προσευχήν ἀνιστᾷ πάλιν τό φρόνημά των· διότι μέχρι τότε τόν ἐπρόσεχαν ὡσάν ἄνθρωπον. Καί δι’ ἐκείνους κάμνει τά ἴδια, ὅπως ἀκριβῶς καί εἰς τήν περίπτωσιν τοῦ Λαζάρου, καί λέγει τήν αἰτίαν, ὅτι δηλαδή «Τό εἶπα διά τό παρευρισκόμενον πλῆθος, διά νά πιστεύσουν ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες» (Ἰω. 11,42).

Ὁ χριστιανὸς εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ

  

Ἐδῶ βρίσκεται τὸ θεῖο γνώρισμα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης: ὅτι ὁ Θεὸς τὴν γεμίζει, ὅτι ὁ Θεὸς γίνεται τὸ περιεχόμενό της, ὅτι ὁ Θεὸς ζεῖ σ’ αὐτὴν σὰν σὲ δικό του ναό, οἶκο του, σῶμα του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει ἐκπληρώσει αὐτὸ τὸ γνώρισμα στὴν τελειότητά του στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου πλήρης Θεοῦ καὶ εἶναι στ’ ἀλήθεια ναὸς Θεοῦ, στὸν ὅποιο «κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κόλ. 2,9).

Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Καὶ οἱ χριστιανοὶ εἶναι χριστιανοὶ, διότι εἶναι ὅπως εἶναι αὐτός: εἶναι δηλαδὴ κι αὐτοὶ ναὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπου ζεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Μὲ ποιὸν τρόπο ζεῖ κάποιος μέσα στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ; Μὲ τὴ θεία λατρεία, μὲ τὴν προσευχή.

Ἡ φύση τοῦ κακοῦ

 

Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μιλοῦν γιὰ τὸ κακὸ μὲ τρεῖς ἔννοιες, μὲ ὀντολογικὴ ἔννοια, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας καὶ γιὰ τὸ φυσικὸ κακό.

Τὸ κακό δεν ἔχει ὀντολογικὴ ὕπαρξη. Είναι στέρηση τοῦ ἀγαθοὺ καὶ παρεκτροπή, ἀπὸ τὴν κατὰ φύση κατάσταση στὴν παρὰ φύση. Τίποτε ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς κακό, γιατί ὅλα εἶναι κτίσματα τοῦ Τριαδι­κοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὰ πάντα, χωρὶς Αὐτὸν τί­ποτε δὲν ἔγινε ἀπὸ ὅσα ἔχουν γίνει (Ἰω. ἀ’ 3) «ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα…τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται καὶ αὐτὸς ἐστὶ πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε»· ὅλα συγκρατοῦνται δι’ αὐτοῦ (Κόλ. ἀ’ 16-17). Ὅλα τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ εἶναι καλὰ καὶ τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του κακὸ. «Καὶ εἶδε ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γέν. α’ 31).