Ὁ πόθος γιά τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου
Ὅλες αὐτὲς οἱ Κυριακὲς πρὶν ἀπὸ τή Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ μᾶς μυοῦν στή σοφία τῆς μετανοίας καὶ κάθε Κυριακὴ μᾶς δίνει σταθερές ἀρχές πού πρέπει νά τηροῦμε καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς περιόδου αὐτῆς γιά τὴν ἀνανέωση μας. Ὅλα τὰ μαθήματα πού παίρνουμε τώρα μᾶς βοηθοῦν νά συνειδητοποιήσουμε τὸ μεγαλύτερο σκοπὸ τῆς ζωῆς μας· τὸ νά ἀνακαλύψουμε τὴν καρδιά μας καὶ νά γίνουμε ἀληθινὲς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, ἱκανοὶ νά συνομιλοῦμε μαζί Του πρόσωπο μὲ Πρόσωπο.
Ἡ Κυριακὴ τοῦ Ζακχαίου ἔχει δύο κύρια θέματα. Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ σημασία τῆς ἑκουσίας αἰσχύνης στήν κάθαρσή μας ἀπὸ τὴν αἰσχύνη τῆς ἁμαρτίας πού ἔχουμε συσσωρεύσει στή ζωή μας. Τὸ δεύτερο θέμα εἶναι ὁ πόθος τοῦ Θεοῦ. Γιά νά εἶναι τελεία ἡ ἄσκησή μας κατὰ τή διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, χρειαζόμαστε τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ νά ὑπερισχύει τῶν πάντων, διότι ὁ πόθος αὐτὸς στρέφει ὅλη τὴν καρδιά πρὸς τὸν Θεό. Ὁ ἅγιος Ἀντώνιος δέν μετροῦσε τὴν πνευματική του πρόοδο σύμφωνα μέ τὰ χρόνια πού εἶχε ζήσει στήν ἔρημο, ἀλλά μέ τὸν θεῖο πόθο πού εἶχε στήν καρδιά του κάθε φορά πού παρίστατο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὁ θεῖος πόθος νικᾶ ὁποιονδήποτε ἄλλο ἐμπαθῆ πόθο τοῦ κόσμου τούτου καὶ τότε ὁ Θεὸς ἔρχεται νά βασιλεύσει στήν καρδιά μας ὡς Βασιλιάς. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος στρέφεται πρὸς τὸν Θεὸ σὰν τὸν Ζακχαῖο, γίνεται «διδακτὸς Θεοῦ» καὶ ὅσα προφέρει ἔχουν αἰώνια ἀξία. Εἶναι ὁ Θεός πού μιλάει μέσῳ αὐτοῦ, ποὺ τὸν δικαιώνει καὶ ἀνακαινίζει τή ζωή του.
Ἡ Χάρη ἄρχισε νά ἐνεργεῖ μέσα στόν Ζακχαῖο ἀπὸ τή στιγμή πού δέν λογαριασε τὴν ἀξιοπρέπειά του, ἀλλὰ ἔδωσε προτεραιότητα στόν πόθο του νά δεῖ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἁγνόησε τὴν γνώμη τοῦ ὄχλου καὶ συγκεντρώθηκε μόνο στό νά δεῖ τὸν Κύριο. Ἡ ψυχή μας χορταίνει ὅταν ἀξιώνεται νά δεῖ τὸ Πρόσωπό Του: «ἐγὼ δὲ ἐν δικαιοσύνη ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ σου, χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου» (Ψαλμ. 16, 15). Τότε ἐκπληρώνεται ὁ σκοπὸς τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο.
Γεννηθήκαμε ὅλοι μέ κάποια ἔμφυτη δυνατότητα νά ἀποκτήσουμε τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ. Γιά νά δεχθοῦμε Χάρη, πρέπει νά μάθουμε νά ταπεινωνόμαστε, γιατὶ ὁ Θεὸς «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Ἰακ. 4, 6). Ἡ ταπείνωση προσελκύει τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία γίνεται ἔμπνευση καὶ πόθος Θεοῦ μέσα μας. Ἡ ταπείνωση καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γεννοῦν ἀνδρεία στόν ἄνθρωπο. Ὅταν ἔχει φόβο Θεοῦ καὶ ταπείνωση, δέν φοβᾶται τίποτε. Ἀκόμη καὶ «ἂν κολληθῆ ὁ οὐρανὸς στή γῆ», αὐτὸς δέν θὰ σαλευθεῖ. Φοβᾶται μόνο ἕνα: νά μὴν ἁμαρτήσει ἐναντίον τῆς ἀγάπης τοῦ Λυτρωτή του. Ὁ Ζακχαῖος δέν εἶπε ὅτι θὰ διορθώσει τίς ἀδικίες του διότι γόγγυζαν οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ αὐτό ἔγινε χάρη στήν ἐνέργεια τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Κανένας δέν μπορεῖ νά πάρει καὶ νά ἐκφράσει τέτοιες ἀποφάσεις μέ ψυχολογικὸ τρόπο. Τέτοια ῥήματα προέρχονται ἀπὸ τή Χάρη μέ τὴν ὁποία φλέγεται ἡ βαθιὰ καρδιά. Τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται σὰν λιοντάρι στή μετάνοιά του, παριστάμενος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ στρέφοντας κάθε βέλος μομφῆς ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του, ποθώντας μόνο νά εὐαρεστήσει Αὐτόν.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους πειρασμοὺς εἶναι νά δώσουμε ὑπερβολικὴ σημασία καὶ ἐκτίμηση στά πρότυπα καί τίς ἀξίες τοῦ κόσμου τούτου. Νά προσπαθήσουμε νά συμβιβάσουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ τὴν ἀγάπη τοῦ κόσμου. Εἶναι ἀδύνατον. Ἡ Χάρη καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόλυτα. Καὶ ὅταν ἀφομοιώνουμε τὴν ἀλήθεια τοῦ λόγου Του καὶ τή δύναμη τῆς Χάριτός Του, καθιστάμεθα ἱκανοὶ νά διακρίνουμε τά τοῦ κόσμου ὡς σχετικὰ καὶ ἀσήμαντα σὲ σύγκριση μέ τά τοῦ Θεοῦ. Προσπαθοῦμε συνεχῶς νά ἀποκτήσουμε τὸ Φῶς τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, καὶ στό Φῶς Του θὰ δοῦμε καὶ θὰ ἀντιληφθοῦμε τὰ πάντα: «ἐν τῷ Φωτί σου ὀψόμεθα Φῶς» (Ψαλμ. 35, 10).
Ἡ συνείδησή μας εἶναι ἕνας ἄγραφος νόμος τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Ὅσο περισσότερο διαβάζουμε τὸν γραπτὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ὅσο περισσότερο ὁ λόγος αὐτὸς ἐνοικεῖ μέσα μας, μὲ τόσο μεγαλύτερη δύναμη καθοδηγεῖ καὶ ἐμπνέει τή ζωή μας. Εἶναι τὸ ἴδιο μέ τή συνείδησή μας: ὅσο περισσότερο τὴν καθαρίζουμε καὶ ὑπακούομε σὲ αὐτήν, τόσο πιὸ ἀκριβὴς γίνεται καί, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, δέν ὑπάρχει τίποτα πιὸ βίαιο στόν κόσμο αὐτὸ ἀπὸ τή συνείδηση πού ἐπιπλήττει τὸν ἄνθρωπο γιά τὴν ἁμαρτία του καὶ τὸν προτρέπει νά διορθώσει τή ζωή του γιά Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Τὸν 4ο αἰῶνα, στήν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ ὅλων τῶν ἀσκητῶν ἦταν: «Κύριε, χάρισέ μου πνεῦμα μετανοίας», διότι ἤξεραν ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι σὰν κύκλος πυρός πού δέν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο νά πέσει στήν ἁμαρτία. Ἔρχεται ἡ στιγμή πού κάνουμε μία ῥιζικὴ ἐξομολόγηση, ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι μόνο ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας, ὄχι ἡ ἴδια ἡ σωτηρία.
Ἂν στραφοῦμε μέ ὅλη μας τὴν καρδιὰ πρὸς τὸν Θεό, ἂν μετανοοῦμε καὶ πενθοῦμε ἐνώπιόν Του, Ἐκεῖνος θὰ μᾶς γεμίσει μέ τὴν παρηγορία Του. Ἀλλὰ πῶς τὸ φυλάττουμε αὐτό; Ἐκεῖ δυσκολευόμαστε ὅλοι. Έ, ὅταν ἔχουμε γευθεῖ ὅτι «χρηστὸς ὁ Κύριος», τὸ κάνουμε σκοπὸ νά εἴμαστε εὐάρεστοι σὲ Αὐτόν, μέρα μέ τή μέρα. Τότε ὑποτάσσουμε τὸν ἑαυτὸ μας καὶ αὐτὸ γίνεται τὸ κύριο ἔργο τῆς ζωῆς μας: νά ζοῦμε πάντοτε κάτω ἀπὸ τὴν ἐπισκίαση τῆς Χάριτός Του. Γι’ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει: «ἀλλ’ ὑπωπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι» (Α΄ Κορ. 9, 27). Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, μαθαίνουμε νά φυλάττουμε τή Χάρη ὅλο καὶ περισσότερο. Μὴν ἐκπλαγεῖτε ἂν τή χάσετε χίλιες φορές. Τή Χάρη τή χάνουμε συνεχῶς, ἀλλὰ ἕνα πρᾶγμα δέν ἀλλάζει: ποτὲ δέν σταματᾶμε νά τὴν ἀναζητᾶμε καὶ νά ταπεινωνόμαστε ὥσπου ὁ Θεὸς εὐαρεστεῖται νά μᾶς ἐπισκεφθεῖ καὶ πάλι. Σὲ μία προσευχὴ γονυκλισίας τῆς Πεντηκοστῆς, λέμε: «Σὲ Σένα μόνο ἁμαρτάνουμε, Κύριε, ἀλλὰ καί Ἐσένα μόνο λατρεύουμε». Ἡ λατρεία μας πρέπει νά γίνεται ὅλο καὶ πιὸ δυνατὴ ὥστε νά καταποθοῦν ὅλες οἱ ἁμαρτίες μας.
Ἀρχιμ.Ζαχαρίας Ζάχαρου