Ἠλίας ὁ Ζηλωτής. «Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν προφητῶν ἡ κρηπίς». Δέν ὑπάρχει τόπος στήν Ἑλλάδα πού νά μήν ἔχει μιὰ ἐκκλησία, ἕνα ξωκλήσι, ἕνα προσκυνητάρι πρός τιμήν του.
Ἀνάλογα τιμᾶται καί στίς ἄλλες ὀρθόδοξες χῶρες καί στόν χριστιανικό κόσμο γενικότερα. Ὁ ἀριθμός αὐτῶν πού φέρουν τό ὄνομά του συναγωνίζεται ἐπάξια αὐτόν ἄλλων λαοφιλῶν ἁγίων. Οὔτε αὐτός ὁ πατριάρχης Ἀβραάμ, οὔτε ὁ θεοπτης Μωυσῆς, οὔτε ὁ μεγαλοφωνότατος εὐαγγελικός προφήτης Ἠσαΐας συγκίνησαν τήν λαϊκή εὐσέβεια. Μόνο ὁ Ἠλίας τήν συνήγειρε. Γιατί ἄραγε; Ποῦ ὀφείλεται αὐτή ἡ ξεχωριστή ἀγάπη; Εἶναι ἡ διαίσθηση τῆς διαχρονικότητας τοῦ μηνύματος τοῦ ἔργου του; Εἶναι ὁ θερμός του ζῆλος, τό ἄκαμπτο φρόνημα, ἡ ἀνυποχώρητη ἀντίσταση στό παντοῖο κακό, ὁ ἀμείλικτος ἔλεγχος τῆς κρατικῆς αὐθαιρεσίας, αἰώνια πλήν ἀνεκπλήρωτα ζητούμενα;
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε. καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.
Ο Άγιος Παντελεήμων γεννήθηκε περί τα μέσα του 3ου αιώνα στη Νικομήδεια της Βιθυνίας, στη Μικρά Ασία. Το πρότερό του όνομα ήταν Παντολέων
Ο Ηλίας (Ελιγιαχού και Ελιγιά στα Εβραϊκά) καταγόταν από τη Θέσβη της περιοχής Γαλαάδ και έζησε τον 9ο π.Χ. αιώνα κατά την περίοδο της βασιλείας των Αχαάβ και Οχοζία. Ήταν γιος του Σωβάκ και ανήκε στη φυλή του Ααρών. Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε μία θεία οπτασία. Δύο άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν Ηλία, τον σπαργάνωναν με φωτιά και του έδιναν φλόγα να φάει. Τότε, ο πατέρας του πήγε στα Ιεροσόλυμα και περιέγραψε την οπτασία στους ιερείς. Εκείνοι του είπαν ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.
Η ΟΡΦΑΝΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ: Η Αγία Μαρίνα γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Β’, το 270 μ.Χ. Λίγες μέρες μετά τη γέννησή της, η μητέρα της πέθανε, και ο πατέρας της Αιδέσιος, που ήταν Ιερέας των ειδώλων, ανέθεσε την ανατροφή της μικρής Μαρίνας σε μια χριστιανή γυναίκα, από την οποία η Μαρίνα διδάχθηκε το Χριστό. Όταν έγινε 15 χρονών, αποκάλυψε στον πατέρα της ότι είναι χριστιανή. Έκπληκτος αυτός απ’ αυτό που άκουσε, με μίσος τη διέγραψε από παιδί του.









