Ὄχι ἐπανάσταση, ἀλλὰ ἀνάσταση

 
Ἡ περασμένη Κυριακὴ ἦταν ἡ Κυριακὴ «πρὸ τῆς Ὑψώσεως», ἡ αὐριανὴ εἶναι ἡ Κυριακὴ «μετὰ τὴν Ὕψωσιν». Ἐκείνη ἦταν τὸ προανάκρουσμα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Σταυροῦ, ἡ αὐριανὴ εἶναι ὁ ἀπόηχος τῆς ἑορτῆς ποὺ πέρασε. Ἡ ἑορτὴ τοῦ Σταυροῦ πέρασε κι ἡ Ἐκκλησία ἐξακολουθεῖ νὰ κάνει λόγο γιὰ τὸ Σταυρό· ὁ Ἀπόστολος καὶ τὸ Εὐαγγέλιο αὔριο καὶ πολλὰ τροπάρια ὑπόθεση ἔχουν τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ ὅλη ἡ Ἐκκλησία κι ἡ θεία λατρεία κι ἡ πίστη μας κι ἡ ζωὴ μας εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου· ὁ Σταυρὸς κι ἡ Ἀνάσταση, ποὺ εἶναι οἱ δύο ὄψεις τοῦ ἴδιου πράγματος, καθὼς τὸ ψάλλομε τὸ Μέγα Σάββατο· «Δόξα, Κύριε, τῷ Σταυρῷ σου καὶ τῇ Ἀναστάσει σου».
 
Εἶναι μεγάλη μας τιμὴ ποὺ εἴμαστε χριστιανοί· μεγάλη μας τιμὴ καὶ μεγάλη μας εὐθύνη. Γιατί ὁ χριστιανὸς δὲν εἶναι μόνο ἕνα ὄνομα κι ἕνας τίτλος, ἀλλὰ εἶναι κι ἕνας σταυρὸς κι ἕνα χρέος. Ὄχι κάθε σταυρός, ἀλλὰ ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου. Γιατί οἱ ἄνθρωποι σηκώνουν πολλοὺς σταυροὺς καὶ γιὰ πολλὰ πράγματα στὸν κόσμο δίνουν τὴ ζωή τους, τάχα πὼς αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος τους. Μὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε· «ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου». Αὐτὸ θὰ πεῖ πὼς ἕνα εἶναι τὸ χρέος, ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ Χριστός· κι ἕνας εἶναι ὁ σταυρὸς ποὺ σώζει, ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου. 

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 17 Σεπτεμβρίου 2023, μετὰ τὴν Ὕψωσιν (Γαλ. β΄ 16-20)

16 εδότες δ τι ο δικαι­οται νθρωπος ξ ργων νόμου ἐὰν μ δι πίστεως ησο Χριστο, κα μες ες Χριστν η­σον πι­στεύσαμεν, να δικαι­­ωθμεν κ πίστεως Χρι­στο κα οκ ξ ργων νόμου, διότι ο δικαιωθήσε­ται ξ ργων νόμου πσα σάρξ. 17 ε δ ζητοντες δικαιω­θναι ν Χριστ ερέθημεν κα ατο μαρτωλοί, ρα Χριστς μαρτίας διάκονος; μ γένοιτο. 18 ε γρ  κατέλυσα τατα πάλιν οκοδομ, παραβάτην μαυτν συνίστημι. 19 γ γρ δι νόμου νόμ πέθανον, να Θε ζήσω. 20 Χριστ συνεσταύρωμαι· ζ δ οκέτι γώ, ζ δ ν μο Χριστός·  δ νν ζ ν σαρκί, ν πίστει ζ τ το υο το Θεο το γαπήσαντός με κα παραδόντος αυτν πρ μο. 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 17 Σεπτεμβρίου 2023, μετὰ τὴν Ὕψωσιν (Μάρκ. η΄ 34 – θ΄ 1)

Εἶπεν ὁ Κύριος· ὅστις ­θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυ­ρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ­ψυ­χὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνε­κεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελί­­ου, οὗτος σώσει αὐτήν. τί γὰρ ὠφελήσει ­ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ­ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐ­τοῦ; ἢ τί δώσει ­ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐ­τοῦ; ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ­ἐπαισχυνθήσεται αὐ­­τὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέ­γω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ­ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Η ύψωσις του Τιμίου Σταυρού

Ο Τίμιος Σταυρός του Κυρίου αποτελεί το κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού για την Εκκλησία του Εσταυρωμένου και Αναστημένου Χριστού, διότι ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση είναι οι δύο πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται η ζωή της Εκκλησίας και των μελών της.

Η τιμή που αποδίδει η Ορθόδοξη Εκκλησία, προς τον Τίμιο Σταυρό, τη 14η Σεπτεμβρίου και όχι μόνο [1], ξεκινά στους πρώτους αποστολικούς χρόνους, δια των αποστόλων και των επακολουθησάντων αποστολικών Πατέρων. Έτσι μέχρι σήμερα, η Ορθόδοξη Εκκλησία, διασώζει ανόθευτη τη βιβλική [2] (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) και πατερική διδασκαλία [3] και αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ’ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους.

Ὅταν σοῦ ἔλθει θυμὸς κλεῖσε τὸ στόμα δυνατὰ

 

Γράφεις γιὰ τὸ θυμὸ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνόητου. Ὁ θυμὸς ἀπὸ μόνος του, εἶναι φυσικός. Ὅπως τὰ νεῦρα στὸ σῶμα. Εἶναι καὶ αὐτὸς νεῦρο ψυχῆς. Καὶ ὀφείλει νὰ τὸν μεταχειρίζεται ὁ καθένας ἐναντίον τῶν δαιμόνων, ἀνθρώπων αἱρετικῶν, καὶ σὲ ὅσους τὸν ἐμποδίζουν ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δὲ θυμώνεις κατὰ τῶν ὁμοψύχων ἀδελφῶν ἢ γίνεσαι ἕκτος ἑαυτοῦ, χαλᾶς τὰ ἔργα τῶν χεριῶν σου, γνώριζε ὅτι πάσχεις ἀπὸ κενοδοξία καὶ κάνεις παράχρηση τοῦ νεύρου τῆς ψυχῆς. Ἀπαλλάσσεσαι δὲ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς ὅλους καὶ τὴν ἀληθινὴ ταπεινώση.

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἀποκάλυψη τῆς Θείας ἀγάπης

 

Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως

«Εἶπε ὁ Κύριος: Κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ παρὰ μόνο ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶ ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό. Ὅπως ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τὸ χάλκινο φίδι στὴν ἔρημο, ἔτσι πρέπει νὰ ὑψωθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ὥστε ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν νὰ μὴ χαθεῖ ἀλλὰ νὰ ζήσει αἰώνια. Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο, ὥστε παρέδωσε στὸν θάνατο τὸν μονογενῆ του Υἱό, γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωὴ αἰώνια. Γιατί, ὁ Θεὸς δὲν ἔστειλε τὸν Υἱό του στὸν κόσμο γιὰ νὰ καταδικάσει τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. 3, 13-17).

Τὰ λόγια του Χριστοῦ στὴν περικοπὴ Ἰωάν. 3, 13-17 ἀποτελοῦν μέρος τῆς συζητήσεώς του μὲ τὸν Νικόδημο, τὸν Ἰουδαῖο ἄρχοντα ποὺ ἦλθε μία νύκτα κρυφὰ ἀπὸ τοὺς ὁμοθρήσκους του νὰ καταθέσει τὴν προσωπικὴ ὁμολογία του πρὸς τὸν σταλμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ διδάσκαλο ποὺ ἐπιτελεῖ θαυμαστὰ ἔργα καὶ σημεῖα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν ὅτι ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ δι’ αὐτοῦ. Ὁ Χριστὸς δέχεται τὴν κρυφὴ ὁμολογία τοῦ Νικοδήμου, βρίσκει εἰλικρινεῖς τὶς προθέσεις του καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει μερικὲς βασικὲς πτυχὲς τῆς διδασκαλίας του ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ ὑπόμνημα στὸ ὅλο ἔργο του καὶ στὸ σκοπὸ τῆς Ἐνανθρωπήσεώς του.